Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

αθώος ένοχος.

Βαδίζει στο δρόμο.

Τα μαλλιά του μαύρα, στιλπνά, παγιδευμένα κάτω από το καινούργιο του κράνος.
Η στολή του φρεσκοπλυμένη, με έντονο το άρωμα του μαλακτικού και της φροντίδας κάποιας μητέρας.
Τα παπούτσια του μαύρα, γυαλιστερά, χωρίς ίχνος σκόνης ή χώματος.

Μπαίνει μέσα.
Διαλέγει την πλαστική του ασπίδα -άφθαρτη, χωρίς ούτε μια γρατζουνιά στην πλαστική επιφάνεια. Ανέγγιχτη.
Διαλέγει το ρόπαλό του -άφθαρτο κι αυτό.

Βγαίνει έξω. Ακολουθεί τους υπόλοιπους.
Φτάνουν σε μια πλατεία.
Τι γίνεται; Γιατί φωνάζουν όλοι; Γιατί τόση φασαρία; Ποια η αφορμή;

Δεν ξέρει.

Ξαφνικά, όλα αλλάζουν.
Το πλήθος στρέφεται προς το μέρος τους.
Γιατί τρέχουν; Γιατί κρατάνε πέτρες;

Δεν ξέρει.

Ορμάει μαζί με τους άλλους.

Γιατί ορμάνε;

Δεν ξέρει. Δεν τον νοιάζει.

Φασαρία παντού -φωνές, κραυγές, ουρλιαχτά. Δεν μπορεί να ακούσει τίποτα άλλο.
Κάτι κόκκινο -τον τυφλώνει.
Μυρωδιά οικεία. Υφή γνώριμη.

Αίμα;

Όχι, δεν κάνουμε κάτι κακό.
Δεν πληγώνουμε κανέναν.
Παλεύουμε για να σώσουμε τη χώρα μας!

Γιατί είναι ξαπλωμένος; Γιατί δε μιλάει;
Μα δε φταίω εγώ.
Οι άλλοι μου είπανε.
Δεν ήξερα (δε με ένοιαζε).
Ο νεαρός συνεχίζει να κείτεται στο χώμα.

Νεκρός;

Δεν μπορεί. Δεν πρέπει. Δε φταίω εγώ!

20 χρονών.
Δύο νεαροί.
Ο ένας στο χώμα, μια πέτρα ακόμα σφιχτά κλεισμένη στο άψυχο χέρι του.
Ο άλλος όρθιος, αρματωμένος με ασπίδα και ρόπαλο.
Κοιτάζει την ασπίδα του. Κοιτάζει το ρόπαλό του.
Και εκεί, μέσα στον κόσμο, πέφτει στα γόνατα.

Κλαίει.

(September 2009)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου