Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

a wasted life.

"Σπύρο! Ξύπνα!"
Κι άλλη Δευτέρα. Way to go.

Ο Σπύρος ξυπνάει. Ξυπνάει κι αναρωτιέται.
Αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς αυτές τις δύο λέξεις, ειπωμένες με αφόρητη ένταση, χαραγμένο το άγριο θαυμαστικό στο τέλος της καθεμιάς.
Βάρβαρες λέξεις.

Πάει στο μπάνιο χωρίς να υπάρχει λόγος, αφού μόνο ο διπλός εσπρέσσο είναι ικανός να του ανοίξει έστω για λίγο τα μάτια.
Κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Φτου γαμώτο, πάλι θα βρέξει; Τι σκατόκαιρος είναι αυτός για μέσα Μάη;

Μπαίνει στην κουζίνα, ξέροντας ότι τον περιμένει μουρμούρα. Πολύ μουρμούρα.
"10 πήγε Σπύρο. Στις 9 δεν είχες εργαστήριο; Πάει άλλη μια χρονιά, θα τη χάσεις κι αυτή! Τι θα γίνει επιτέλους με τη σχολή σου; Δεν είχες όνειρα κάποτε; Δε θέλεις να πετύχεις; Τι στόχους έχεις επιτέλους; Να καταλήξεις να σε ταΐζει το κράτος όσο εσύ ασχολείσαι με αυτή την αναθεματισμένη κιθάρα; Πότε θα εκτιμήσεις αυτά που κάνω για σένα;"

Ο Σπύρος κρατάει το κεφάλι του. "Σκάσε", της ουρλιάζει, σχεδόν, νοητά. "Σκάσε. Σκάσε. ΣΚΑΣΕ."
Το τελευταίο ξεγλιστράει έξω από τα χείλη. Η μητέρα τον κοιτάει για μία στιγμή απορημένη, με μία σκιά θυμού στο βλέμμα. Είναι εκείνη η στιγμή, πριν την καταιγίδα. Η ανάσα πριν τη μεγάλη έκρηξη, η οποία κατα κανόνα είναι πάντα καταστροφική.
Αρχίζει να φωνάζει πάλι, ξέροντας, κατά βάθος, ότι δεν οδηγεί πουθενά. Και έτσι είναι -ο Σπύρος δεν ακούει πια. Έχει έρθει η ώρα να κατεβάσει τα ρολά και να αφήσει την επίθεση έξω από την πόρτα, να χτυπάει φρενιασμένη. Σκόρπιες λέξεις τρυπούν το σιδερένιο περίβλημα της πανοπλίας: "θράσος", "αχαριστία", "λάθος", "άχρηστος", "αναιδής", και ξανά "άχρηστος" κανά δυο φορές ακόμα. Δεν τις ακούει, απλά τις έχει συνηθίσει.

Σηκώνεται. Την αφήνει μόνη της καταμεσής στην κουζίνα να φωνάζει σα μανιακή και φεύγει. Κάποια στιγμή θα σταματήσει. Θα κοιτάξει το ταβάνι απηυδισμένη, θα αρχίσει να καταριέται τη μοίρα της που την έκανε μάνα και τα συναφή.
Πηγαίνει στο δωμάτιό του, κλειδώνει την πόρτα και κάθεται στο πάτωμα. Πιάνει τη Fender. Παρηγοριά σε "χαλεπούς καιρούς" -μ' άλλα λόγια, κάθε μέρα τώρα τελευταία. Είναι περήφανος για τη Fender του. Αγορασμένη με δικά του λεφτά, προσεκτικά αποταμιευμένα από δουλειές του καλοκαιριού. Τη νιώθει σαν παιδί του, σαν κολλητό, σαν κοπέλα. Είναι η επαφή του με τον κόσμο, το μέσο του για να φτάσει τα όνειρά του, υλοποιημένα μέσα από νότες και στίχους. Παραδίπλα, ο ενισχυτής. Μικρός, αλλά Marshall, αγορασμένος κι αυτός με τα λεφτά του, τα δικά του λεφτά. Του ανήκουν και τα δύο δικαιωματικά. Δύο άψυχα αντικείμενα, ο κόσμος του όλος.
Χαϊδεύει αργά τις χορδές. Έξω αρχίζει να βρέχει.

Ξαφνικά, σα ν' αλλάζει γνώμη. Σηκώνεται. Αρπάζει Fender και Marshall, ξεκλειδώνει την πόρτα και βγαίνει από το δωμάτιο. Τα συνεχή μουρμουρητά από την κουζίνα διακόπτονται από ένα "Σπύρο, πού πας;", ακολουθούμενο από τον κρότο της εξώπορτας ως απάντηση.
Ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια μέχρι της ταράτσα της πολυκατοικίας. Φτάνει στο κεφαλόσκαλο και ψάχνει για την πρίζα. Συνδέει τον ενισχυτή, παίρνει τη Fender και ανοίγει την πόρτα.

Βγαίνει έξω. Αισθάνεται τις σταγόνες στο σώμα του, να μουσκέυουν κάθε τρίχα από τα μακριά, καστανά μαλλιά του. Νιώθει τα ρούχα του να βαραίνουν, τα μάτια του να κλείνουν, κάτω από το νερό που κυλάει στο πρόσωπό του.
Περνάει το λουρί πάνω από το κεφάλι του, ευγνώμων για το πρόσθετο βάρος πάνω στο ήδη βαρύ κορμί του.

Αφήνει τα δάχτυλά του να γλιστρήσουν πάνω στις χορδές. Οι πρώτες νότες ακούγονται πάνω από το φρικτό θόρυβο της πόλης, επισκιάζοντάς τον στα αφτιά του.

Με αργές κινήσεις αφήνει την κιθάρα στο έδαφος. Παίρνει το βύσμα του ενισχυτή. Το πλησιάζει στην εσοχή της κιθάρας.

Μία σύντομη αναλαμπή φώτισε τον ουρανό της πόλης εκείνο το βράδυ.
Οι κάτοικοι δεν παραξενεύτηκαν.
"Ένας κεραυνός", είπαν όλοι.
Οι φίλοι του.
Η μητέρα του.


Ένας κεραυνός.

(May 2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου